«Ένα τίποτα είναι για εμάς ο θάνατος», είπε ο Επίκουρος, υπονοώντας με αυτήν τη φιλοσοφική του θέση πως όσο ζούμε ο θάνατος δεν υπάρχει· κι όταν τελικά έρθει ο θάνατος, εμείς δεν υπάρχουμε. Ωστόσο, παρά την ασυμβατότητα της ζωής και του θανάτου, η συνειδητοποίηση της θνητότητας και η βίωση κάποιας απώλειας έχουν βαθιά μετασχηματιστικό και πολλές φορές επώδυνο τρόπο να καθορίζουν τη ζωή και τον τρόπο που θα βιωθεί.
Τι θα μπορούσε, όμως, να οριστεί ως απώλεια; Ο θάνατος ασφαλώς αποτελεί την κυρίαρχη απώλεια για τους ανθρώπους. Ως απώλεια, όμως, μπορεί να βιωθεί συμβολικά ένας χωρισμός, μία μετακόμιση, η μετανάστευση, η συνταξιοδότηση, ο θάνατος ενός ζώου συντροφιάς και οποιοδήποτε γεγονός επιφέρει μία μόνιμη και μη αναστρέψιμη αλλαγή. Πολύ συχνά ως απώλεια βιώνουν και οι οικείοι ανθρώπων που εμφανίζουν άνοια ή άλλες νόσους που επηρεάζουν την ψυχική παρουσία των αγαπημένων τους, που παρότι σωματικά είναι παρόντες, η σχέση δεν μοιάζει σε τίποτα με πριν. Στο παρόν θα αναφερθούν κυρίως πτυχές του θρήνου που σχετίζονται με τον θάνατο, ωστόσο πολλές από αυτές αφορούν οτιδήποτε μπορεί να βιωθεί ως απώλεια.
Ως θρήνος αναφέρεται το σύνολο των προσωπικών αντιδράσεων σε ένα γεγονός που βιώνεται ως απώλεια. Παρότι πολύ συχνά ο θρήνος παθολογικοποιείται, δεν παύει να είναι μία πανανθρώπινη, φυσιολογική και υγιής ψυχική διεργασία, η οποία, όταν αφορά σημαντική απώλεια, μπορεί να είναι αρκετά μακροχρόνια και να συμβάλλει στην προοδευτική προσαρμογή του ατόμου στις νέες συνθήκες ζωής που προκύπτουν.
Η διεργασία του θρήνου είναι αυστηρά προσωπική και καθορίζεται από εσωτερικά και ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά, ωστόσο, υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες που φαίνεται να την επηρεάζουν. Η ποιότητα της σχέσης με το άτομο που πέθανε, αν ο θάνατος ήταν αιφνίδιος ή επρόκειτο για μακροχρόνια ασθένεια, οι συγκεκριμένες συνθήκες του θανάτου, το αν προέκυψαν δευτερογενείς απώλειες (π.χ. αναγκαστική μετακόμιση) και το αν υπάρχει –και με ποιον τρόπο λειτουργεί– υποστηρικτικό δίκτυο, είναι μερικοί μονάχα από τους παράγοντες που επηρεάζουν την διεργασία του θρήνου. Επίσης, σημαντικές είναι και οι συνθήκες του αποχωρισμού. Ανέκαθεν οι κοινωνίες είχαν συγκεκριμένα τελετουργικά, πολιτισμικούς και κοινωνικούς κανόνες που συνοδεύουν το γεγονός του θανάτου και αποσκοπούν στη στήριξη και στην προσαρμογή των οικείων. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, ειδικά στις δυτικές κοινωνίες, αυτά τα τελετουργικά έχουν σχεδόν εξαλειφθεί, μετατρέποντας τον αποχαιρετισμό σε μία βιαστική θεσμική κι άλλοτε νοσοκομειακή διαδικασία.
Υπάρχουν αρκετές παρανοήσεις γύρω από τη διεργασία του θρήνου, οι οποίες συχνά προκαλούν επιπλέον επιβάρυνση σε αυτόν που θρηνεί. Κυρίαρχη είναι η ιδέα του «χρόνου-γιατρευτή»: «Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει». Αναμένουμε ότι ο χρόνος θα βοηθήσει το άτομο να μην βιώνει την απώλεια με τον ίδιο πόνο και την ίδια ένταση και να προχωρήσει εστιάζοντας στη ζωή και στις νέες συνθήκες. Η εμπειρία, όμως, δείχνει πως για σημαντικές απώλειες αυτό που παρατηρείται δεν είναι πως μειώνεται ο θρήνος· αλλά, είναι δυνατόν με το πέρασμα του χρόνου να αυξάνονται τα μεσοδιαστήματα όπου κάποιος μπορεί να εστιάζει στα της ζωής και στα διαστήματα όπου κάποιος μπορεί να εστιάζει στην απώλεια, όπου ο πόνος και ο θρήνος θα κυριαρχούν στην ίδια ένταση.
«Κλάψε, θα νιώσεις καλύτερα!» Υπάρχει η πεποίθηση πως όταν κάποιος κλάψει και εκδηλώσει τον πόνο του, αυτό θα λειτουργήσει καταπραϋντικά και λυτρωτικά και θα είναι βοηθητικό για αυτόν που θρηνεί. Ωστόσο, παρότι για ορισμένους ανθρώπους μπορεί να είναι ανακουφιστικό να εκδηλώσουν τα συναισθήματά τους, κάθε γενίκευση και πίεση μπορεί να συμβάλλει στην ενοχοποίηση της μίας ή της άλλης αντίδρασης επιφέροντας μεγαλύτερη επιφόρτιση. Ο θρήνος είναι μία ενεργητική διεργασία, ένα καθαρά προσωπικό βίωμα, μέσα στο οποίο ο καθένας μπορεί να υπάρξει διαφορετικά. Κάποιοι επιλέγουν κυρίως να εστιάζουν στην δράση, στο τί έχει αλλάξει και στην προσαρμογή στις νέες συνθήκες· κάποιοι μπορεί να εστιάζουν στην απώλεια, να αφηγούνται ιστορίες και να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους. Η μετακίνηση από την μία πλευρά στην άλλη φαίνεται πως μπορεί να είναι βοηθητική στην διεργασία του θρήνου όταν, όμως, αυτή γίνεται από το ίδιο το άτομο με τον τρόπο και στον χρόνο που το ίδιο επιλέγει.
Υπάρχουν επίσης αρκετές παρανοήσεις σχετικά με τα παιδιά που θρηνούν. Το πώς θα βιώσει ένα παιδί την απώλεια εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, με κυριότερο το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται. Δεν είναι απίθανο για ένα παιδί να μην κλάψει ή να εναλλάσσει τη θλίψη του με την επιθυμία για παιχνίδι απότομα, ακόμη κι αν αυτό μας φαίνεται περίεργο. Συχνά τα παιδιά εκδηλώνουν τον θρήνο τους σε ανύποπτες στιγμές ή με αλλαγές στη συμπεριφορά και στις συνήθειες τους, χωρίς φαινομενική λογική σύνδεση με την απώλεια. Αυτό που στα μάτια μας μπορεί να φαίνεται σαν «απαίτηση» μπορεί να είναι μία έκκληση για εγγύτητα, για επικοινωνία. Ειδικά τα παιδιά σε μικρές ηλικίες που δεν είναι ακόμη ανεπτυγμένος ο λόγος, η συμπεριφορά τους είναι το βασικό μέσο για να επικοινωνήσουν τα πιο δύσκολα συναισθήματα. Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα υποστηρικτικό δίκτυο γύρω από τα παιδιά ώστε να νιώθουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα αυτιά να τα ακούσουν, όταν και με όποιον τρόπο εκδηλώσουν τον θρήνο τους.
Για πολλά χρόνια επικρατούσε η πεποίθηση πως όλοι οι άνθρωποι που πενθούν πρέπει και θα περάσουν από συγκεκριμένα «στάδια» θρήνου, όπως εκείνα που διατύπωσε η ψυχίατρος Kübler-Ross (άρνηση – θυμός – διαπραγμάτευση – μελαγχολία – αποδοχή). Η πραγματικότητα είναι πως αυτές παραμένουν περιγραφές για ψυχικές καταστάσεις τις οποίες είναι πιθανόν, αλλά όχι απαραίτητο να εκδηλώσουν οι άνθρωποι και όχι απαραίτητα με αυτήν την γραμμική ακολουθία. Επίσης, είναι απολύτως φυσιολογικό για το άτομο που πενθεί να βιώνει αντιφατικά και αντικρουόμενα συναισθήματα.
Κάθε οικογένεια που βρίσκεται αντιμέτωπη με μία απώλεια καλείται να επαναπροσδιορίσει την ίδια της την δομή. Μετά από ένα τόσο σημαντικό γεγονός είναι φυσιολογικό η οικογένεια να περάσει μία περίοδο αποσταθεροποίησης και αποδιοργάνωσης κι αυτό να λειτουργεί εξουθενωτικά για τα μέλη της. Η προσδοκία «τα πράγματα να γίνουν όπως πριν» ή «να φτιάξουν σύντομα» μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αγωνία και απογοήτευση. Από τα πιο απλά και καθημερινά έως και τις πιο βαθιές νοηματοδοτήσεις της ζωής, η οικογένεια καλείται να θέσει εκ νέου ερωτήματα, να αποφασίσει εκ νέου πώς θα οργανωθεί η καθημερινότητά της, ποιες θα είναι οι σκέψεις για το μέλλον, ποιες θα είναι οι αφηγήσεις για το παρελθόν, πώς θα δομηθούν οι σχέσεις μεταξύ των μελών της και πολλά ακόμη. Όλα τα παραπάνω αποτελούν δυναμικές διεργασίες που απαιτούν χρόνο και δεν μένουν σταθερές στο πέρασμα του, αλλά, συνεχώς επαναπροσδιορίζονται.
Σε προσωπικό επίπεδο, ο θάνατος ανατρέπει τη βιογραφία του ανθρώπου, τον φέρνει αντιμέτωπο με υπαρξιακά ζητήματα και τον αναγκάζει να ανακατασκευάσει την ταυτότητα και τη ζωή του μετά την απώλεια. Προσωπικά νοήματα, προτεραιότητες, η σχέση με το πρόσωπο που έφυγε, οι επιλογές, οι σχέσεις, οι στόχοι, όλα μπαίνουν σε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης μέχρι τελικά να διαμορφωθούν νέες νοηματοδοτήσεις και νέες αφηγήσεις για την προσωπική ιστορία, οι οποίες να περιλαμβάνουν το γεγονός της απώλειας.
«Ο θάνατος δεν είναι εχθρός για να νικηθεί ή φυλακή για να την αποφύγουμε· είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και μας κεντρίζει, όσο έχουμε καιρό, να δημιουργούμε.» — Kübler-Ross


